διαπράττομαι


διαπράττομαι
med. (с acc. с inf.) достигаю, добиваюсь того, чтобы ...

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διαπράττομαι" в других словарях:

  • διαπράττομαι — διαπράττομαι, διαπράχθηκα και διαπράχτηκα βλ. πίν. 28 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαπράττομαι — διαπράσσω pass over pres ind mp 1st sg (attic) διαπρά̱ττομαι , διαπράσσω pass over pres ind mp 1st sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίφθονος — η, ο (Α ἐπίφθονος, ον) [φθόνος] 1. αυτός που προκαλεί φθόνο, ο μισητός («αἱ λίην ἰσχυραὶ τιμωρίαι πρὸς θεῶν ἐπίφθονοι γίνονται», Ηρόδ.) 2. άξιος να φθονείται, επίζηλος («είναι η ζωή θαυμαστή και επίφθονη», Παπαντ.) αρχ. 1. αυτός που έχει φθόνο ή… …   Dictionary of Greek

  • επιτηδεύω — (AM ἐπιτηδεύω) [επιτήδειος] νεοελλ. 1. επεξεργάζομαι κάτι με υπερβολική λεπτολογία 2. μέσ. επιτηδεύομαι ασχολούμαι επιδέξια με κάτι, είμαι επιτήδειος, δεξιοτέχνης σε κάτι 3. συνεκδ. προσποιούμαι, υποκρίνομαι κάτι μσν. 1. επινοώ, μηχανεύομαι 2.… …   Dictionary of Greek